Το νέο κεντρικό κτίριο της JPMorgan Chase στη Νέα Υόρκη εκτιμάται ότι κόστισε συνολικά περίπου 6 δισ. δολάρια, σύμφωνα με στελέχη του τμήματος ακινήτων της τράπεζας, όπως αναφέρει η Wall Street Journal. Το ποσό ξεπερνά τις προηγούμενες εκτιμήσεις και αποτυπώνει το μέγεθος μιας από τις πιο φιλόδοξες εταιρικές επενδύσεις σε ακίνητα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο ουρανοξύστης στην 270 Park Avenue, στο Μανχάταν, είναι το ψηλότερο κτίριο γραφείων της πόλης που βρίσκεται σε χρήση. Πάνω από έναν χρόνο μετά τα επίσημα εγκαίνια, η JPMorgan δεν έχει ανακοινώσει οριστικό κόστος ή αποτίμηση του έργου, ενώ η αξία του δεν εμφανίζεται χωριστά στις οικονομικές της καταστάσεις.
Στην τελετή εγκαινίων το περασμένο φθινόπωρο, ο διευθύνων σύμβουλος Τζέιμι Ντίμον είχε πει ότι ενημέρωσε το διοικητικό συμβούλιο πως η κατασκευή θα έφτανε τα 4 δισ. δολάρια. Προγενέστερες εκτιμήσεις τοποθετούσαν το συνολικό κόστος ακόμη χαμηλότερα, κοντά στα 3 δισ. δολάρια.
Η απόκλιση ανάμεσα στα 4 και τα 6 δισ. δολάρια αποδίδεται, κατά πρόσωπα που γνωρίζουν το θέμα, σε επιπλέον δαπάνες εκατοντάδων εκατομμυρίων για τεχνολογικό εξοπλισμό και υποδομές, έργα τέχνης, την αξία του οικοπέδου και άυλα περιουσιακά στοιχεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα δικαιώματα αέρος που αγοράστηκαν από γειτονικά ακίνητα, ώστε να γίνει δυνατή η ανέγερση του πύργου.
Μεγάλα ποσά κατευθύνθηκαν και σε δημόσια έργα που συνδέθηκαν με την κατασκευή. Ανάμεσά τους ήταν η κατεδάφιση και η ανακατασκευή τμήματος υπόγειου σταθμού της Long Island Rail Road, προκειμένου να τοποθετηθούν τα αναγκαία δομικά στηρίγματα του κτιρίου.
Υψηλό τίμημα και στρατηγική επένδυση για την τράπεζα
Με επιφάνεια περίπου 2,5 εκατ. τετραγωνικών ποδιών, το κόστος αντιστοιχεί σε περίπου 2.500 δολάρια ανά τετραγωνικό πόδι. Παρά το μεγάλο ποσό, το έργο δεν απέχει πολύ από το κόστος άλλων νέων κτιρίων στο Μανχάταν, όπου οι κατασκευαστικές δαπάνες έχουν ανέβει έντονα μετά την πανδημία.
Η JPMorgan αντιμετωπίζει το κτίριο ως μακροπρόθεσμη επένδυση προς όφελος των μετόχων της και της Νέας Υόρκης. Η διοίκηση υπολογίζει ότι η συγκέντρωση εργαζομένων σε ιδιόκτητους χώρους θα μειώσει σταδιακά την ανάγκη μίσθωσης άλλων γραφείων και θα αποφέρει εξοικονομήσεις.
Η τράπεζα αναφέρει ότι το έργο δημιούργησε περίπου 8.000 θέσεις εργασίας στον κατασκευαστικό κλάδο και ότι θέτει νέα πρότυπα βιωσιμότητας, υγείας και ευεξίας. Στις εγκαταστάσεις υπάρχουν μεγάλος χώρος άθλησης, αποδυτήρια, υπηρεσίες φυσικοθεραπείας, έργα τέχνης και μπαρ για τους εργαζομένους.
Η στροφή του Ντίμον απέναντι στις δαπάνες
Η επένδυση δείχνει αλλαγή στη φιλοσοφία του Ντίμον, που είχε αποκτήσει φήμη υπέρμαχου του αυστηρού περιορισμού των εξόδων. Όταν ανέλαβε υψηλόβαθμη θέση στην JPMorgan το 2004, από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να κλείσει το γυμναστήριο της τότε έδρας, με το επιχείρημα ότι οι εργαζόμενοι μπορούσαν να γυμνάζονται αλλού. Το 2018 είχε αστειευτεί ότι οι επενδυτές θα έπρεπε συνήθως να ποντάρουν εναντίον εταιρειών που δαπανούν υπερβολικά για ακίνητα.
Σήμερα, όμως, υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες εγκαταστάσεις βοηθούν την τράπεζα να προσελκύει και να κρατά ταλαντούχο προσωπικό, σε περίοδο που ο ανταγωνισμός με άλλους κλάδους εντείνεται.
Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες παραμένουν υπό στενή παρακολούθηση από τους επενδυτές. Τα συνολικά έξοδα της JPMorgan αναμένεται να πλησιάσουν τα 108 δισ. δολάρια φέτος, με σημαντικό μέρος της αύξησης να αφορά την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η κατασκευή δεν έχει ολοκληρώσει τον μετασχηματισμό της περιοχής. Η τράπεζα έχει ήδη κατεδαφίσει την πρόσοψη του πύργου της στην 383 Madison Avenue, όπου σχεδιάζει να μεταφέρει το τμήμα λιανικής τραπεζικής μετά το τέλος των εργασιών. Έτσι, η JPMorgan συνεχίζει να επενδύει στη δημιουργία ενός ευρύτερου συμπλέγματος ιδιόκτητων κτιρίων στο κέντρο του Μανχάταν.

































